|
|
| Άρθρο του καθηγητή Ιωάννη ΤΣΟΥΚΑΛΑ ευρωβουλευτή της Ν.Δ. |
Τον Μάρτιο του 2007 οι πολιτικοί ηγέτες της ΕΕ ενέκριναν ένα πακέτο κλιματικής και ενεργειακής πολιτικής με σκοπό την επίτευξη του τριπλού στόχου, γνωστού και ως «20-20-20 ως το 2020», δηλαδή της μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατά 20% σε σχέση με τα επίπεδα του 1990, της αύξησης του μεριδίου των ανανεώσιμων πηγών στην παραγωγή ενέργειας κατά 20%, και της μείωσης κατά 20% στην πρωτογενή κατανάλωση ενέργειας μέσω βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης. Οι στόχοι αυτοί εκφράζουν την ισχυρή ευρωπαϊκή πολιτική βούληση για ένα βιώσιμο μέλλον, για μια «ενεργειακά ανεξάρτητη» Ευρώπη και για μια ηγετική θέση στον αγώνα κατά της κλιματικής αλλαγής.
Ενώ η βούληση της ΕΕ είναι αδιαμφισβήτητη, η ικανότητά της να επιτύχει αυτούς τους στόχους στο δεδομένο χρονικό πλαίσιο αποτελεί μεγάλη πρόκληση. Η πρόσφατη οικονομική κρίση έδωσε μια ώθηση στη μετάβαση σε οικονομία χαμηλών εκπομπών άνθρακα, καθώς έγινε αντιληπτός ο ρόλος που μπορούν να διαδραματίσουν οι έξυπνες επενδύσεις σε καθαρές τεχνολογίες στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας και στη στήριξη της βιομηχανίας. Ο επαναπροσανατολισμός της τεχνολογικής καινοτομίας στις προκλήσεις της ενεργειακής απόδοσης και της μείωσης εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα έχει καταστεί μοχλός ανάπτυξης και εξόδου από την κρίση με βιώσιμο τρόπο.
Στο πλαίσιο αυτό, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας (ΑΠΕ) διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο. Με τον ανταγωνισμό, ωστόσο, από τον αναπτυσσόμενο κόσμο και ιδίως τις χώρες BRIC (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα) να αυξάνεται με ταχείς ρυθμούς, η ΕΕ κινδυνεύει να χάσει την ηγεσία στην ανάπτυξη αειφόρων τεχνολογικών λύσεων. Ήδη παρατηρείται μετατόπιση της καινοτομίας από την Ευρώπη προς άλλα μέρη του κόσμου. Σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες, από τις 50 κορυφαίες εταιρείες στον τομέα της καθαρής τεχνολογίας, οι 24 βρίσκονται στην Ασία, οι 22 στις ΗΠΑ, μόλις τρεις στην Ευρώπη, και μια στον Καναδά, ενώ σύμφωνα με το βαρόμετρο της εταιρείας Ernst & Young για το 2010, η Κίνα και ΗΠΑ είναι οι πιο ελκυστικές περιοχές του κόσμου για την ανάπτυξη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας.
|
|
Δεν είναι τυχαίο ότι από τα 36 GW δυναμικού αιολικής ενέργειας που προστέθηκαν το 2010, το μεγαλύτερο μερίδιο εγκαταστάθηκε για πρώτη φορά σε αναπτυσσόμενες χώρες και αναδυόμενες οικονομίες. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι σε διάστημα ενός μόλις έτους (2009-2010) το δυναμικό της Κίνας σε αιολική ενέργεια αυξήθηκε κατά 64% σε αντίθεση με την αύξηση κατά 12% που σημειώθηκε στην Ευρώπη. Οι προκλητικοί ρυθμοί ανάπτυξης της Κίνας αναμένεται να την καταστήσουν ηγέτη σε αυτή τη μορφή ενέργειας πριν καν η ΕΕ προλάβει να επιτύχει το δικό της στόχο για το 2020 (180 GW εγκαταστημένης ισχύος το 2020).
Εκτός, όμως, από την αιολική ενέργεια, η Κίνα κατέχει επίσης ηγετική θέση παγκοσμίως και στην κατασκευή φωτοβολταϊκών πινάκων, καθώς η συγκεκριμένη βιομηχανία στην Κίνα έχει ωριμάσει πολύ πιο γρήγορα από ότι ο παγκόσμιος μέσος όρος ανάπτυξης. Το 2010 επτά στους δέκα μεγαλύτερους παραγωγούς στην παγκόσμια βιομηχανία φωτοβολταϊκών ήταν κινεζικές εταιρείες, που αντιπροσώπευαν το 72% της συνολικής αύξησης της παραγωγής.
Η προσέλκυση περισσότερων επενδύσεων σε βιώσιμη τεχνολογία στην Κίνα εκτιμάται ότι δημιουργεί περίπου 100.000 νέες θέσεις εργασίας το χρόνο, ενώ ορισμένες δυτικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ΑΠΕ έχουν αναγκαστεί να μεταφέρουν τις εγκαταστάσεις τους στην επικράτειά της, προκειμένου να επωφεληθούν από το φθηνό και εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό της χώρας, αλλά και την προηγμένη τεχνογνωσία που πλέον διαθέτει.
Ακόμη πιο ανησυχητική είναι και η ολοένα αυξανόμενη εξάρτηση της ΕΕ από κινεζικές σπάνιες γαίες, μια σειρά δυσεύρετων χημικών στοιχείων όπως το ευρώπιο, το δυσπρόσιο, το τέρβιο κτλ, που όμως διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη προϊόντων υψηλής και «πράσινης» τεχνολογίας, όπως ηλεκτρικά και υβριδικά αυτοκίνητα, ανεμογεννήτριες, σκληροί δίσκοι υπολογιστών κτλ. Σημειώνεται ότι κάθε υβριδικό αυτοκίνητο χρειάζεται περίπου 30 κιλά σπάνιων γαιών και κάθε ανεμογεννήτρια ισχύος 1MW απαιτεί περίπου 200 κιλά του σπάνιου μετάλλου νεοδυμίου. Η προμήθεια, όμως, αυτών των στοιχείων γίνεται αποκλειστικά από την Κίνα, η οποία κατέχει το 97% της παγκόσμιας παραγωγής σπάνιων γαιών και το 36% των οικονομικά βιώσιμων αποθεμάτων. Επίσης, η Κίνα, τα τελευταία 50 χρόνια, έχοντας επενδύσει συστηματικά τόσο στην παραγωγή όσο και στην αξιοποίηση των στρατηγικών αυτών μετάλλων και μέσω μιας πολιτικής χαμηλών τιμών, έχει καταφέρει να εξουδετερώσει τον παγκόσμιο ανταγωνισμό στην εξόρυξη και παραγωγή των σπάνιων γαιών, αλλά και να αναγκάσει ξένες εταιρείες να μεταφέρουν τα εργοστάσια υψηλής τεχνολογίας και τα ερευνητικά τους κέντρα στην Κίνα για να γλιτώσουν τα πλαφόν στις εξαγωγές.
Η Κίνα, επίσης, επενδύει δυναμικά στην ερευνητική συνεργασία με διεθνείς εταίρους, καθώς έχει προχωρήσει στη δημιουργία αμερικανό-κινεζικού Κέντρου Ερευνών για την καθαρή ενέργεια, το οποίο θα διευκολύνει την από κοινού έρευνα και παράλληλα θα χρησιμεύει ως κέντρο πληροφόρησης για τους ερευνητές και στις δύο χώρες.
Γίνεται, λοιπόν, αντιληπτό ότι η ΕΕ βρίσκεται αντιμέτωπη με ιδιαίτερα ισχυρό ανταγωνισμό από τρίτες χώρες που μπορεί να της στοιχίσει τη φιλοδοξία να παραμείνει σε ηγετική θέση όσον αφορά τις καθαρές μορφές ενέργειας. Η ΕΕ κινδυνεύει να καταστεί καθαρός εισαγωγέας αειφόρων τεχνολογιών αλλά και των τελικών προϊόντων τους, όπως ανεμογεννήτριες, ηλεκτρικά αυτοκίνητα κ.ά., και να αντικαταστήσει με αυτόν τον τρόπο την τωρινή της εξάρτηση από εισαγόμενους υδρογονάνθρακες με μια «πράσινη» εξάρτηση από την Κίνα και τις άλλες αναπτυσσόμενες χώρες.
Η Ευρώπη έχει αρχίσει να υστερεί σε πράσινη τεχνολογία, καθώς και στην έρευνα και την καινοτομία στον τομέα αυτό. Την στιγμή που η ΕΕ χορηγεί μόλις 2,35 δις ευρώ από το 7ο Πρόγραμμα Πλαίσιο για την έρευνα σε καθαρές μορφές ενέργειας, οι ΗΠΑ σχεδιάζουν να επενδύσουν 25 δις δολάρια μόνο σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και στον εκσυγχρονισμό του δικτύου μεταφοράς τους μέχρι το 2012. Ακόμη, οι ΗΠΑ σχεδιάζουν τη δημιουργία 46 Ερευνητικών Κέντρων Ενέργειας, σε πανεπιστήμια, εθνικά εργαστήρια, μη κερδοσκοπικές οργανώσεις και ιδιωτικές επιχειρήσεις σε ολόκληρη τη χώρα, τα οποία θα συνεχίσουν την εξελιγμένη επιστημονική έρευνα σε θέματα ενέργειας. Ο συνολικός προϋπολογισμός υπολογίζεται σε 555 εκ. ευρώ για τα επόμενα 5 χρόνια. Δυστυχώς, οι εξελίξεις αυτές δεν ακολουθούνται από αντίστοιχες ευρωπαϊκές προσπάθειες. Η ΕΕ πάσχει από έλλειψη επενδύσεων, αλλά και από έλλειψη εμπιστοσύνης των επενδυτών.
Η διασφάλιση της ηγετικής θέσης της ΕΕ καθίσταται, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη που απαιτεί άμεση ανάληψη συντονισμένης δράσης σε διαφορετικά πολιτικά επίπεδα. Η ΕΕ δεν πρέπει να αφήσει αναξιοποίητη την ευκαιρία που της παρουσιάζεται, αν δεν θέλει να δει τον εαυτό της να χάνει έδαφος στις ανταγωνίστριες οικονομίες.
Κι αν τα παραπάνω ισχύουν για την Ευρώπη, αντιλαμβάνεται κανείς πόσο περισσότερο επισφαλής είναι η ενεργειακή θέση της Ελλάδας. Μια επικοινωνιακού τύπου εμμονή στην «πράσινη» ανάπτυξη, που πίσω της δεν κρύβει τίποτε άλλο παρά «κατανάλωση πράσινων προϊόντων», δεν είναι δυνατόν να προβάλλεται ως το νέο αναπτυξιακό πρότυπο για την Ελλάδα, καθώς σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να διασφαλίσει την οικονομική ανάπτυξη και την ενεργειακή αυτάρκεια της χώρας. Η μετατροπή των αγροτών σε επιδοτούμενους ηλεκτροπαραγωγούς (με ταυτόχρονη απώλεια πολύτιμης αγροτικής γης και άνοδο της τιμής των αγροτικών προϊόντων) θα οδηγήσει σε νέες οικονομικές και κοινωνικές στρεβλώσεις. Η μόνη διαφορά είναι ότι αυτή τη φορά οι επιδοτήσεις δεν θα προέρχονται από τα ευρωπαϊκά ταμεία αλλά από τους αυξημένους λογαριασμούς ρεύματος των υπολοίπων πολιτών.
Την ίδια ώρα που πολλές ευρωπαϊκές χώρες αναπροσαρμόζουν προς τα κάτω τις τιμές επιδότησης ηλεκτρικής ενέργειας προκειμένου να ισορροπήσουν προσφορά και ζήτηση, οι τιμές επιδότησης στην Ελλάδα παραμένουν από τις υψηλότερες στην ΕΕ. Και δυστυχώς, οι προτάσεις για εγχώρια προστιθέμενη αξία στον τομέα των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας (από ελληνικής κατασκευής φωτοβολταϊκά συστήματα μέχρι ανεμογεννήτριες που θα παράγονται στα ανενεργά ναυπηγεία μας, υπό την εποπτεία Ελλήνων επιστημόνων και μηχανικών), αντιμετωπίζονται με καχυποψία από τα κυβερνητικά κλιμάκια της μοδάτης ριζοσπαστικής οικολογίας.
Σημειώσαμε - ΓΙΑ ΤΗΝ EΝΕΡΓΕΙΑ